Käännös sanasta "koskien" kielelle kreikka

περί on käännös sanasta "koskien" kreikka:ksi.

koskien verb noun
+ Lisätä

suomi - kreikka sanakirja

  • περί

    adposition

    Sama koskee kahta lisäpöytäkirjaa oikeudellisesta yhteistyöstä lahjonnasta.

    Το ίδιο ισχύει και για τα δύο πρόσθετα πρωτόκολλα, περί νομικής συνεργασίας και διαφθοράς.

  • Näytä algoritmisesti tuotetut käännökset

Automaattiset käännökset sanasta " koskien " kielelle kreikka

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Lauseet, jotka ovat samankaltaisia kuin "koskien" ja käännökset kielelle kreikka

  • ουδέποτε · ποτέ
  • άγγιγμα · άπτομαι · άπτομαι του · αγγίζω · ασχολούμαι · αφορώ · αφορώ σε · εγγίζω · επηρεάζω · θίγω · ισχύω · πάσχω · πλήττω · πονάω · πονώ · σχετίζομαι με · υποφέρω
  • οποτεδήποτε · όποτε
  • ανήκω · πρέπω · ταιριάζω
  • καμιά φορά · ποτέ · πότε
  • πάντα ανολοκλήρωτο
  • καταρράκτης · καταρράχτης · ρεύμα
  • αφού · γιατί · διότι · επειδή · καθότι · μια και · πότε · τη στιγμή που · όταν
Lisätä

Käännökset sanasta "koskien" kielelle kreikka kontekstissa, käännösmuisti