Käännös sanasta "pohja-" kielelle kreikka

βασικός on käännös sanasta "pohja-" kreikka:ksi.

pohja-
+ Lisätä

suomi - kreikka sanakirja

  • βασικός

    adjective

    Esitteessä määritelty pohjana oleva viitekorkoindeksi, jota sovelletaan asianomaiseen etuoikeusluokkaan.

    Ο βασικός δείκτης επιτοκίου αναφοράς, όπως ορίζεται στο ενημερωτικό δελτίο που ισχύει για το εν λόγω τμήμα.

  • Näytä algoritmisesti tuotetut käännökset

Automaattiset käännökset sanasta " pohja- " kielelle kreikka

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Lauseet, jotka ovat samankaltaisia kuin "pohja-" ja käännökset kielelle kreikka

  • αύξηση των ακάθαρτων αποθέσεων (ακαθαρσιών)
  • προσγειώνομαι
  • Βόρειος Στέφανος · Στέφανος Βόρειος
  • γάμπα · γαστροκνήμιο · γαστροκνημία · κνήμη · κνήμη 2
  • έδαφος · βάση · βαθούλωμα · βασική αρχή · βυθός · γούβα · δάπεδο · επιφάνεια ζωγραφικής · θεμέλιο · θεμελίωση · κάτω μέρος · κοίτη · κώλος · πάτος · πέλμα · πυθμένας · σόλα · υπέρεισμα · υποδομή · υπόβαθρο · υπόστρωμα
  • αποτελώ
  • από τα βάθη της καρδιάς · εκ βάθους καρδίας · φυλλοκάρδια
  • πράσινη βίβλος
Lisätä

Käännökset sanasta "pohja-" kielelle kreikka kontekstissa, käännösmuisti